ἐργοδότης

ἐργοδότ-ης, ου, ,
A one who farms out work, X.Cyr. 8.2.5, CIG3467.22 ([place name] Sardes); un-Attic, acc. to Phryn.326 ; incorrectly used of workmen, Aret.SD1.6.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐργοδότης — one who farms out work masc nom sg ἐργοδοτέω let out work imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εργοδότης — ο, θηλ. εργοδότισσα, εργοδότρια, εργοδότις (AM ἐργοδότης Μ θηλ. ἐργοδότρια) φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί έμμισθο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μσν. ἡ ἐργοδότρια η υπεύθυνη μοναστηριού για την κατανομή τών έργων στις… …   Dictionary of Greek

  • εργοδότης — ο θηλ. δότρια 1. αυτός που δίνει δουλειά στους εργάτες. 2. αυτός που αναθέτει σε κάποιον την εκτέλεση έργου. 3. ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης που απασχολεί εργάτες: Σκληρός εργοδότης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εργοδότης — [эргодотис] ουσ. а. работодатель …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἐργοδόται — ἐργοδότης one who farms out work masc nom/voc pl ἐργοδότᾱͅ , ἐργοδότης one who farms out work masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοδοτῶν — ἐργοδότης one who farms out work masc gen pl ἐργοδοτέω let out work pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοδότην — ἐργοδότης one who farms out work masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοδότου — ἐργοδότης one who farms out work masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοδότῃ — ἐργοδότης one who farms out work masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μίσθωση — Όρος που στο ελληνικό δίκαιο δηλώνει τρία διαφορετικά είδη συμβάσεων, τη μ. εργασίας, τη μ. πράγματος και τη μ. έργου, που αποτελούσαν αρχικά, υπό τη ρωμαϊκή locatio conductio, ενιαίο τύπο σύμβασης. Η μ. εργασίας αποτελεί τη σύγχρονη διαμόρφωση… …   Dictionary of Greek

  • ἐργοδότα — ἐργοδότᾱ , ἐργοδότης one who farms out work masc nom/voc/acc dual ἐργοδότης one who farms out work masc voc sg ἐργοδότᾱ , ἐργοδότης one who farms out work masc gen sg (doric aeolic) ἐργοδότης one who farms out work masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.